You keep on falling down…

by happymil

anastasiadou-exof-5-06-2013 (1)Ο ξένος επέστρεψε. Έλειπε πολύ καιρό.
«Τι έγινε;» τον ρωτήσαμε.
«Τίποτα δεν έγινε» μας απάντησε χαμογελώντας.
Κάτι δεν πάει καλά. Τα λόγια του δεν συμβαδίζουν με την έκφρασή του.
«Γιατί είσαι χαρούμενος τότε;»
Δεν μας απάντησε. Δεν καιγόμασταν κιόλας για μια απάντηση. Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εμείς θα καιγόμασταν για την απάντηση του ξένου;
Ο κόσμος βέβαια θα συνεχίζει να καίγεται, ασχέτως αν εμείς ανησυχούμε ή όχι γι’αυτόν. Έτσι αποφασίσαμε να επιμείνουμε λίγο παραπάνω για μια πιο σαφή απάντηση από τον ξένο.
«Έψαχνες πολύ καιρό.»
«Έτσι είναι. Αν και ο χρόνος μετράει διαφορετικά για έναν αθάνατο.»
«Τίποτα δεν είναι χάσιμο χρόνου για έναν αθάνατο, αφού ο χρόνος δεν μετράει.»
«Μετράει, αλλά με διαφορετικό τρόπο.»
«Σίγουρα θα βρήκες την κρυμένη γυναίκα, έτσι δεν είναι;»
«Δεν την βρήκα.»
«Μα έψαχνες τόσο καιρό.»
«Έκανα ό,τι μπορούσα.»
«Αν έχεις άπειρο χρόνο στη διάθεσή σου, γιατί δεν έψαξες περισσότερο;»
Γνωρίζαμε καλά ότι θα είχαμε σταματήσει το ψάξιμο εδώ και πολύ καιρό. Θα είχαμε βάλει τα δυνατά μας, θα είχαμε προσπαθήσει, αλλά η ζωή περνάει, ο χρόνος μας είναι πεπερασμένος, οπότε σίγουρα θα είχαμε προτιμήσει να ασχοληθούμε με κάτι άλλο. Ωστόσο, μετά από τις προηγούμενες δηλώσεις του ξένου περί χρόνου, οφείλαμε να κάνουμε κι αυτή την ερώτηση, χωρίς επικριτική διάθεση ωστόσο.
«Έψαξα πολύ, έσκαψα βαθειά στο βουνό μέχρι που παραλίγο να χαθώ κι εγώ στα σκοτεινά έγκατά του. Αλλά δεν μπορείς να βρεις κάτι που δεν θέλει να βρεθεί.»
Το απλανές βλέμμα του ξένου μας έκανε να καταλάβουμε. Το ήξερε ότι δεν θα την βρει. Γιατί όμως αφιέρωσε τόσο χρόνο σε μια χαμένη υπόθεση; Ακόμα όμως κι αν ο χρόνος μετράει διαφορετικά γι’αυτόν, παραμένει το ερώτημα: Γιατί κουράστηκε τόσο πολύ, ψάχνοντας την γυναίκα που δεν επιθυμούσε να βρεθεί;
«Για μένα το έκανα.» μας απάντησε, σαν να διάβασε την σκέψη μας.
«Δηλαδή;»
Ομολόγησε ο ξένος πως δεν μας είχε πει όλη την αλήθεια. Η γυναίκα ήταν στ’αλήθεια πληγωμένη. Είχε στ’αλήθεια κρυφτεί΄στο βουνό, επιλέγοντας το μαύρο φόντο, ζητώντας βοήθεια κάθε τόσο, την οποία όμως απέφευγε και κρυβόταν όλο και πιο βαθειά στο μαύρο, το οποίο με τον καιρό είχε γίνει το φυσικό της περιβάλλον. Δεν ήταν ο ξένος όμως που την είχε πληγώσει. Δεν υπήρχε κανείς αρκετά υπεύθυνος για τον θρήνο της. Μόνη της είχε επιλέξει την θέση της στο μαύρο βουνό. Οποιαδήποτε προσπάθεια κι αν έκανε κάποιος να της δείξει τον ουρανό, ήταν άκαρπη, καθώς εκεί, στα βάθη του βουνού ήταν το σπίτι της, το οποίο δεν ήθελε με τίποτα να εγκαταλείψει.
«Αν δεν το θελήσει, δεν θα βγει ποτέ από εκεί.»
Ο ξένος μας περιέγραψε τις παλιές μέρες, τότε που αυτός κι η γυναίκα ήταν ακόμα φίλοι. Από τότε ακόμα, προετοίμαζε το σπίτι της. Έβαφε μαύρη την καρδιά της και κρυβόταν όλο και πιο συχνά στην σπηλιά, μέχρι που μια μέρα η σπηλιά έγινε τόσο μεγάλη, που την κατάπιε κι από τότε ο ξένος δεν την είχε ξαναδεί.

«Μερικές φορές οι άνθρωποι σε χρησιμοποιούν σαν δεκανίκι και μετά σε πετάνε, όπως αρμόζει στα δεκανίκια άλλωστε. Υπάρχουν βέβαια κάποιοι που δεν σε πετάνε ολότελα, αλλά σε φυλάνε σε μια αποθήκη μήπως και σε ξαναχρειαστούν. Αλλά οι περισσότεροι είναι τόσο βέβαιοι για τον εαυτό τους, που σε ξεφορτώνονται μια και καλή με την σιγουριά ότι δεν θα χρειαστούν ξανά υποβοήθημα. Επίσης, δεν θέλουν καθόλου να θυμούνται ότι είχαν ανάγκη από δεκανίκι κι αυτός είναι ένας ακόμα λόγος να απαλλαχθούν από σένα και τις αναμνήσεις που τους φορτώνεις στην πλάτη.»

Υποθέσαμε ότι ο ξένος κάποτε ήταν σημαντικός για την γυναίκα. Όσο ένα δεκανίκι είναι σημαντικό για κάποιον που κουτσαίνει. Αλλά έφτασε κάποτε ο καιρός, που η ασφάλεια της μαύρης τρύπας ήταν πιο σημαντική από τον ξένο.

«Δεν είναι πάντα κακό αυτό» συνέχισε ο ξένος, όταν μας είδε να τον κοιτάμε απορημένοι.

«Κι αν είναι, συνηθίζεται τόσο πολύ, που ο καθένας γνωρίζει ότι αργά ή γρήγορα θα του συμβεί. Θα βρει, αλλά και θα γίνει το δεκανίκι των άλλων.»

I will be standing undercover when you hit the ground…

Advertisements